πιάστρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: πιάστρο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πιάστρα οι πιάστρες
      γενική της πιάστρας των (πιαστρών)
    αιτιατική την πιάστρα τις πιάστρες
     κλητική πιάστρα πιάστρες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιάστρα < πιάνω + κατάληξη θηλυκού -τρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιάστρα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

  • θερμοπιάστρα (θερμοπροστατευτικά γάντια κουζίνας)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]