πιανίστας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πιανίστας οι πιανίστες
      γενική του πιανίστα των πιανιστών
    αιτιατική τον πιανίστα τους πιανίστες
     κλητική πιανίστα πιανίστες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιανίστας < ιταλική pianista + πιάνο + -ίστας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιανίστας αρσενικό (θηλυκό: πιανίστρια & πιανίστα)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]