πιβουλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιβουλιά < μεσαιωνική ελληνική< πιβουλεύγω=γίνομαι δόλιος < αρχαία ελληνική επιβουλία < επιβουλεύομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιβουλιά θηλυκό δόλος

Αντώνυμα

Ερωτόκριτος Α΄ 15, Γ΄236

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]