πιθάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πιθάρι τα πιθάρια
      γενική του πιθαριού των πιθαριών
    αιτιατική το πιθάρι τα πιθάρια
     κλητική πιθάρι πιθάρια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιθάρι < μεσαιωνική ελληνική πίθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιθάρι ουδέτερο

  1. πήλινο σκεύος στο οποίο τοποθετούμε λάδι κλπ.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]