πιθανολογικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πιθανολογικός πιθανολογική πιθανολογικό
γενική πιθανολογικού πιθανολογικής πιθανολογικού
αιτιατική πιθανολογικό πιθανολογική πιθανολογικό
κλητική πιθανολογικέ πιθανολογική πιθανολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πιθανολογικοί πιθανολογικές πιθανολογικά
γενική πιθανολογικών πιθανολογικών πιθανολογικών
αιτιατική πιθανολογικούς πιθανολογικές πιθανολογικά
κλητική πιθανολογικοί πιθανολογικές πιθανολογικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιθανολογικός < πιθανολογ(ία) + -ικός. Δείτε και την ελληνιστική λέξη πιθανολογική

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.θa.nɔ.lɔ.ʝiˈkos/

Επίθετο[επεξεργασία]

πιθανολογικός, -ή, -ό

  1. ο σχετικός με αβάσιμες υποθέσεις
  2. πρόβλεψη με δόλο, σπεκουλάρισμα, σπέκουλα
  3. (μαθηματικά) πιθανοτικός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]