πικάντικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πικάντικος πικάντικη πικάντικο
γενική πικάντικου πικάντικης πικάντικου
αιτιατική πικάντικο πικάντικη πικάντικο
κλητική πικάντικε πικάντικη πικάντικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πικάντικοι πικάντικες πικάντικα
γενική πικάντικων πικάντικων πικάντικων
αιτιατική πικάντικους πικάντικες πικάντικα
κλητική πικάντικοι πικάντικες πικάντικα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πικάντικος < ιταλική piccante

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πικάντικος -η -ο

  1. που έχει έντονη γεύση, αλλά όχι πολύ καυτερή
  2. (μεταφορικά) που είναι ερεθιστικός, προκλητικός, αλλά με ευχάριστο τρόπο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]