πικάντικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πικάντικος < ιταλική, piccante

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πικάντικος -η -ο

  1. που έχει έντονη γεύση, αλλά όχι πολύ καυτερή
  2. (μεταφορικά) που είναι ερεθιστικός, προκλητικός, αλλά με ευχάριστο τρόπο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]