πικέα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πικέα οι πικέες
      γενική της πικέας των πικέων
    αιτιατική την πικέα τις πικέες
     κλητική πικέα πικέες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πικέα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πικέα θηλυκό

  • Ερυθρελάτη (Picea), οικογένεια: Πευκίδες (Pinaceae), κοινά ονόματα: σουηδικό έλατο, έλατο του Όρεγκον, έλατο της Αριζόνας: Γένος που περιλαμβάνει 50 είδη ανθεκτικών και αειθαλών κωνοφόρων δέντρων, τα οποία είναι διαδεδομένα στις εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου και ιδιαίτερα στις ορεινές ζώνες.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]