Μετάβαση στο περιεχόμενο

πικτογράφημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πικτογράφημα τα πικτογραφήματα
      γενική του πικτογραφήματος των πικτογραφημάτων
    αιτιατική το πικτογράφημα τα πικτογραφήματα
     κλητική πικτογράφημα πικτογραφήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πικτογράφημα < (λόγιο δάνειο) αγγλική pictograph < λατινική pictus (ζωγραφιστός) > πικτο- + -graph (-γράφημα). Συγκρίνετε με το πικτόγραμμα, εικονόγραμμα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pi.ktoˈɣɾa.fi.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πικτογράφημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πικτογράφημα ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]