πικτογράφημα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πικτογράφημα < (λόγιο δάνειο) αγγλική pictograph < λατινική pictus (ζωγραφιστός) > πικτο- + -graph (-γράφημα). Συγκρίνετε με το πικτόγραμμα, εικονόγραμμα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pi.ktoˈɣɾa.fi.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πι‐κτο‐γρά‐φη‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πικτογράφημα ουδέτερο
- συνώνυμο του πικτόγραμμα & εικονόγραμμα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη εικονόγραμμα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πικτογράφημα
|
→ δείτε τη λέξη εικονόγραμμα |
Πηγές
[επεξεργασία]- Όροι που αρχίζουν με πικτο- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -γράφημα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)