πινέλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πινέλο πινέλα
γενική πινέλου πινέλων
αιτιατική πινέλο πινέλα
κλητική πινέλο πινέλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πινέλο < ιταλική pennello < λατινική penellus, υποκοριστικό του penis (ουρά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πινέλο ουδέτερο

  1. εργαλείο με σκληρές ή μαλακότερες τρίχες στο ένα άκρο του, με το οποίο βάφουμε ή απλώνουμε κάτι σε μια επιφάνεια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χρωστήρας
  2. (λαϊκότροπο) είδος ανολοκλήρωτης ερωτικής επαφής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]