πινακωτή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πινακωτή πινακωτές
γενική πινακωτής πινακωτών
αιτιατική πινακωτή πινακωτές
κλητική πινακωτή πινακωτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πινακωτή < πίναξ + -ωτή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πινακωτή θηλυκό

  1. εξάρτημα (συνήθως ξύλινο, στενό και επίμηκες) όπου τοποθετούσαν το ζυμάρι για να φουσκώσει κατά την παραδοσιακή μέθοδο παρασκευής ψωμιού. Συνήθως είχε πολλά χωρίσματα, ένα για κάθε καρβέλι
  2. παιδικό παιχνίδι
    πινακωτή, πινακωτή, από το άλλο μου τ' αφτί!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]