πιπίλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιπίλα πιπίλες
γενική πιπίλας πιπίλων
αιτιατική πιπίλα πιπίλες
κλητική πιπίλα πιπίλες
πιπίλα (1)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιπίλα < πιπιλίζω + (αναδρομικός σχηματισμός) < μεσαιωνική ελληνική πιπιλίζω[1] < λατινική pipilare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος pipilo

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ˈpi.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιπίλα θηλυκό

  1. πλαστικό ομοίωμα θηλής που λειτουργεί ως υποκατάστατο της μητρικής θηλής για τα μωρά
  2. πλαστικό εξάρτημα για μπιμπερό από όπου πίνεται το περιεχόμενο
  3. οτιδήποτε χρησιμεύει για πιπίλισμα
  4. (μεταφορικά) επαναλαμβανόμενη αναφορά σε κάτι, που καταντάει κουραστική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]