Μετάβαση στο περιεχόμενο

πιπεριά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πιπεριά οι πιπεριές
      γενική της πιπεριάς των πιπεριών
    αιτιατική την πιπεριά τις πιπεριές
     κλητική πιπεριά πιπεριές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Πιπεριές διαφόρων ειδών.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πιπεριά < πιπέρ(ι) + -ιά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pi.peɾˈʝa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πιπεριά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πιπεριά θηλυκό

  1. (φυτό) οποιοδήποτε από τα καρποφόρα φυτά του γένους Capsicum
      [παιδικό τραγούδι, πρώτη στροφή] Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
    Ανέβηκα στην πιπεριά
    να κόψω ένα πιπέρι
    κι η πιπεριά τσακίστηκε
    και μου ’κοψε το χέρι.
  2. (λαχανικό) πράσινος, κίτρινος ή κόκκινος καρπός που παράγεται από το ομώνυμο φυτό, με γεύση ελαφριά μέχρι καυτερή
      Πεντανόστιμα ορεκτικά όπως λαχταριστούς πρασοκεφτέδες, αγιορείτικη μελιτζανοσαλάτα, τηγανιά, καβουρμά με αυγά και πιπεριές και -φυσικά- τα πιο απολαυστικά γιαπράκια! (Πρώτο Θέμα, 07/02/2024 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη πιπέρι

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]