πιρούνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιρούνα πιρούνες
γενική πιρούνας πιρούνων
αιτιατική πιρούνα πιρούνες
κλητική πιρούνα πιρούνες

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ˈɾu.na/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιρούνα < πιρούνι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Πιρούνα

πιρούνα θηλυκό

  • γεωργικό εργαλείο με περισσότερες από δύο αιχμές, κατάλληλο για το λίχνισμα των σιτηρών, για την φόρτωση κοπριάς, κ.λπ.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: δίκρανο