πιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιστικός αρσενικό ετυμολογία πειθώ / σπάνια χρήση

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιστικός αρσενικό με ετυμολογία την πίστη

  1. μισθωτός βοσκός, μπιστικός
    (έμπιστος ο οποίος δεν θα σου την φέρει)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]