Μετάβαση στο περιεχόμενο

πιστοποιέω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πιστοποιέω < αρχαία ελληνική πίστις + -ποιέω

πιστοποιέω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]