Μετάβαση στο περιεχόμενο

πισωπλατίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πισωπλατίζω < πισω- + πλάτ(η) + -ίζω

πισωπλατίζω, αόρ.: πισωπλάτισα (χωρίς παθητική φωνή)

  • (σπάνιο, λογοτεχνικό) κάνω βήμα(τα) προς τα πίσω, οπισθοχωρώ
      Ετότε τους είδα να πισωπλατίσουν όλους, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον ποιός να πρωτοφύγει
    Διονύσιος Σολωμός, Η γυναίκα της Ζάκυθος, Ι, 10
      Μόλις που είχα προλάβει να πισωπλατίσω, να σβυστώ στη γωνιά
    Άγγελος Τερζάκης, Μυστική ζωή. Αθήνα: Βιβλοπωλείον της Εστίας, 1990, στʹ έκδοση αναθεωρημένη ISBN 960-05-0195-5), σ. 179.
      Όσο εμείς ξαφνιαστήκαμε από το φέρσιμό μας, άλλο τόσο κι αυτός. Η κατακραυγή χίμηξε απάνω του, τόνε βάρεσε στο στήθος, τον σταμάτησε, τον πισωπλάτισε
    Μ. Καραγάτσης, διήγημα «Τα χταποδάκια», συλλογή Το νερό της βροχής [1950]· Διαθέσιμο   ebooks.edu.gr. πρόσβαση: 2020-11-29.
      Δυσκολότερη και επιλεκτική πισωπλατίζω τον εξευτελισμό της δημοφιλέστερης πίτας μας έτσι όπως προσφέρεται πανιασμένη, μαραγκιασμένη, άψητη, από προστυχότατα υλικά, σε ταβέρνες, φούρνους, ορθάδικα fast πιτοπωλεία, caterings διαλογής
    Μαρία Χαραμή, «Ζήτω το σπανάκι», Το Βήμα [διαδικτ. έκδοση] (24 Νοεμβρίου 2008)· πρόσβαση: 2020-11-29.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]