Μετάβαση στο περιεχόμενο

πιτζάμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πιτζάμα οι πιτζάμες
      γενική της πιτζάμας των πιτζαμών
    αιτιατική την πιτζάμα τις πιτζάμες
     κλητική πιτζάμα πιτζάμες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πιτζάμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pigiama < γαλλική pyjama[1] (ή από την αγγλική pyjamas στον πληθυντικό, ΗΠΑ: pajamas [2]) < προέλευσης από τη γλώσσα ούρντου / χίντι < περσική  και δείτε τη λέξη pyjamas [3]
Ανδρική πιτζάμα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /piˈd͡za.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πιτζάμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πιτζάμα θηλυκό

  • (ενδυμασία) το ένδυμα, συνήθως βαμβακερό, που φοριέται για τον ύπνο ή πρόχειρα μέσα στο σπίτι
      Είπε να φορέσει τις πιτζάμες του κι άρχισε να γδύνεται. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά)
      Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 )

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πιτζάμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. πιτζάμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. pyjama (French) στο αγγλικό Βικιλεξικό