Μετάβαση στο περιεχόμενο

πιττάκιον

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Πιττάκειον

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πιττάκιον τὰ πιττάκια
      γενική τοῦ πιττακίου τῶν πιττακίων
      δοτική τῷ πιττακί τοῖς πιττακίοις
    αιτιατική τὸ πιττάκιον τὰ πιττάκια
     κλητική ! πιττάκιον πιττάκια
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πιττάκιον < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πιττάκιον.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /piˈta.ci.on/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πιττάκιον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πιττάκιον, -ου ουδέτερο

  • (καθαρεύουσα) πιττάκιο
      1892 Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οἱ χαλασοχώρηδες, Μέρος Δ΄
    Η´ Ἀνέτειλε τέλος ἡ ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς, καὶ τὸ δημοτικὸν Σχολεῖον, πρὸς μεγίστην ἀγαλλίασιν τῶν παιδίων, τὰ ὁποῖα ἐσχόλασαν ἕνεκα τούτου ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς, εἶχε κοσμηθῆ μὲ δύο μακρὰ ἄκομψα κιβώτια, φέροντα πέντε κάλπας παμπαλαίους, βαναυσουργεῖς, μετ᾽ ἀκόμψων πιττακίων φερόντων τῶν ὑποψηφίων τὰ ὀνόματα.



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πιττάκιον τὰ πιττάκια
      γενική τοῦ πιττακίου τῶν πιττακίων
      δοτική τῷ πιττακί τοῖς πιττακίοις
    αιτιατική τὸ πιττάκιον τὰ πιττάκια
     κλητική ! πιττάκιον πιττάκια
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πιττάκιον < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πιττάκιον.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pitˈta.ci.on/ (10ος μ.Χ. αιώνας Βυζαντινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πιττάκιον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πιττάκιον, -ου ουδέτερο

  • άλλη μορφή του πιττάκιν
      1040-1101 κε Ἰωάννης Σκυλίτζης, Σύνοψις Ἱστοριῶν
    Μιχαὴλ δὲ τοῦ Τζιρίθωνος κατ' ἰδίαν τῷ βασιλεῖ προσελθόντος καὶ καταμηνύσαντος, ὡς ὁ Σαμωνᾶς εἴη τὸ πιττάκιον πεποιηκώς, παρευθὺ καταβιβάζεται εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ ἀποκείρεται μοναχός, εἶτα ἐν τῇ μονῇ τοῦ πατριάρχου Εὐθυμίου ἀπάγεται, κἀκεῖθεν διαλοιδορηθεὶς εἰς τὴν τοῦ Μαρτινακίου μετατίθεται.



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πιττᾰκιο-
ονομαστική τὸ πιττάκιον τὰ πιττάκι
      γενική τοῦ πιττακίου τῶν πιττακίων
      δοτική τῷ πιττακί τοῖς πιττακίοις
    αιτιατική τὸ πιττάκιον τὰ πιττάκι
     κλητική ! πιττάκιον πιττάκι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πιττακίω
γεν-δοτ τοῖν  πιττακίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πιττάκιον < αβέβαιης ετυμολογίας. Ίσως θρακική λέξη[1]. Η υστερολατινική pittacium είναι δάνειο από την ελληνική[1][2]. Δείτε τις σημειώσεις για περισσότερα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pitˈta.ci.on/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πιττάκιον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πιττάκιον, -ου ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

  1. γραφείο (τραπέζι για γραφή), φυλλάδιο, σημείωμα, επιστολή, ετικέτα, πινακίδα, μήνυμα
      202-120 πκε Πολύβιος, Ἱστορίαι, ΛΑ, 13.9
    γράψας βραχὺ πιττάκιον
    έγραψε σύντομο μήνυμα
    Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
      63-4 κε Πάπυρος, sb.5.8247, αγνώστου τόπου προέλευσης
    τῆι δ τοῦ Σεβαστοῦ
    μηνὸς ἐπιδ̣ε̣δώκαμεν αὐτῷ τὰ πιττάκια
    ἐν τοῖς πρεινκειππείοις1 καὶ εἶπεν ἡμεῖν2·
    χωρὶς καὶ χ[ωρὶς] ἐπιδετε3; καὶ εἰποσ̣[ι]ν̣4 αὐ-
    [τ]ῶι· χωρὶς δ̣ε̣[δώ]καμεν οἱ λεγεωνάρειοι5
    ΣτΕ: 1. πριγκιπίοις 2. ἡμῖν 3. ἐπιδε<δώκα>τε 4. εἴπωσιν 5. λεγεωνάριοι
      2/3ος κε Μοίρης Ἀττικιστής, Μοίριδος Ἀττικιστοῦ λέξεις ἀττικῶν καὶ Ἑλλήνων κατὰ στοιχεῖον
    Πεττύκια, τὰ λεπτὰ περιτμήματα τῶν δερματίων· ἀφ᾿ οὗ ἡμεῖς πιττάκια λέγομεν.
    Πεττύκια, τα λεπτά αποκόμματα των δερμάτων· απ' όπου εμείς πιττάκια λέμε.
      3ος κε Διογένης Λαέρτιος, Βίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων, ΣΤ, 89
    προσθεὶς οὖν πιττάκιον τῷ μετώπῳ ἐπέγραψε, « Νικόδρομος ἐποίει. »
    αφού τοποθέτησε λοιπόν την πινακίδα πάνω στο περιθώριο έγραψε, «ο Νικόδρομος έφτειαξε αυτό.»
    Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
  2. κατάλογος μελών, εταιρεία (όπως στο παράγωγο πιττακιάρχης)
  3. έμπλαστρο (όπως στο παράγωγο πιττακίζω)

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

πιττάκιον (ελληνιστική κοινή)

υστερολατινικά: pittacium
μεσαιωνικά ελληνικά: πιττάκιν
μεσαιωνικά ελληνικά: πιττάκιον
καθαρεύουσα: πιττάκιον
νέα ελληνικά: πιττάκιο

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Η λέξη είναι αβέβαιης ετυμολογίας, ωστόσο υπάρχει συμφωνία ότι δεν πρόκειται για ελληνική λέξη, αλλά για ξένη.
  • Από μορφολογική άποψη η λέξη παρουσιάζει την κατάληξη -άκιον, που προέκυψε μάλλον κατά παρασύνδεση με το συνώνυμο πινάκιον, ενώ πριν η λέξη ήταν *πιττύκιον. Το ριζικό πιττ- ωστόσο είναι δυσερμήνευτο. Με σημασιολογική βάση την σημασία «λωρίδα δέρματος», που μαρτυρείται στο λατινικό δάνειο pittacium, το πιττ- έχει συγκριθεί με την ομάδα επίσης άγνωστης προέλευσης λέξεων πίσ(σ)-υγγος, πεσσ-ύπτη, πισ-ύγγιον, πέσσ-υμπτον, όλες λέξεις οι οποίες έχουν σχέση με το σκύτος, όπως προκύπτει από τα συνώνυμα που μας δίνει ο Ησύχιος[3]. Ο Πάπυρος επισημαίνει την διατήρηση του διπλού -ττ-, πράγμα αξιοσημείωτο για λέξη της ελληνιστικής κοινής[2].
  • Ως προς την ταυτοποίηση της δανείστριας γλώσσας υπάρχει η θεωρία του Φρίντμαν (Friedmann 1937) ότι είναι τα θρακικά, δηλαδή η λέξη προήλθε από την Θράκη μέσω της Λέσβου[1]. Ο Μπέκας παραθέτει αυτήν την υπόθεση και παραπέμπει στο όνομα του περίφημου εκείνη την εποχή φιλοσόφου Πιττακού[1], ο οποίος καταγόταν από την πρωτεύουσα της Λέσβου, την Μυτιλήνη και είχε θρακική καταγωγή από τον πατέρα του τον Ύρρα (Ὕρρας)[4].
  • Υπάρχει γενική συμφωνία ότι δεν σχετίζεται η λέξη πίσσα[1][2][5].
  • Παρά το λήμμα από τον Μοίρη τον Αττικιστή «Πεττύκια, τὰ λεπτὰ περιτμήματα τῶν δερματίων· ἀφ᾿ οὗ ἡμεῖς πιττάκια λέγομεν.» ο Μπέκας και ο Μπαμπινιώτης απορρίπτουν σχέση με το πεττ-ύκια[1][5].

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 3 4 5 6 πιττάκιον σελ. 1198 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  2. 1 2 3 Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  3.   5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Π
  4. υρράδιος - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  5. 1 2 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.