πιω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pçɔ/
ομόηχα: πιο, ποιο

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

πιω

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πίνω
  2. θα πιω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πίνω