πιωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πιωμένος πιωμένη πιωμένο
γενική πιωμένου πιωμένης πιωμένου
αιτιατική πιωμένο πιωμένη πιωμένο
κλητική πιωμένε πιωμένη πιωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πιωμένοι πιωμένες πιωμένα
γενική πιωμένων πιωμένων πιωμένων
αιτιατική πιωμένους πιωμένες πιωμένα
κλητική πιωμένοι πιωμένες πιωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πίνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πιωμένος, -η, -ο

  1. που έχει ληφθεί ή καταναλωθεί με πόση
  2. μεθυσμένος
    Το καταλαβαίνουμε όταν είναι πιωμένος γιατί γίνεται κακός και καβγαδίζει με όλους. (Στρατής Τσίρκας, Αριάγνη)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]