πλάκα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλάκα πλάκες
γενική πλάκας πλακών
αιτιατική πλάκα πλάκες
κλητική πλάκα πλάκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλάκα < αρχαία ελληνική πλάξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpla.ka/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλάκα θηλυκό

  1. μεγάλο επίπεδο κομμάτι με ομοιόμορφο πάχος από πέτρα, μέταλλο, ξύλο και παρόμοια σκληρά υλικά
  2. κομμάτι σταθερών διαστάσεων ενός προϊόντος (π.χ. σαπούνι, βούτυρο ή σοκολάτα)
  3. οροφή (ή δάπεδο ορόφου) από τσιμέντο
  4. μεγάλης έκτασης τμήμα της λιθόσφαιρας
  5. χαρακτηρισμός για οτιδήποτε είναι επίπεδο και σκληρό
    είναι πολύ γυμνασμένος· πλάκα η κοιλιά του
  6. δίσκος μουσικής
  7. αστείο, πείραγμα
  8. (χυδαίο) γυναίκα με επίπεδο στήθος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • οδοντική πλάκα
  • σκλήρυνση κατά πλάκας
  • ρίχνω πλάκα
  • κάνω πλάκα, σπάω πλάκα
  • έχω πλάκα
  • πλάκα τα γαλόνια
  • έπαθα την πλάκα μου =1. Έχω εντυπωσιαστεί 2. Εξεπλάγην 3. Είμαι ερωτευμένος. Έχει κυρίως θετική έννοια. Λχ: Παναγιώτη, έπαθα την πλάκα μου μαζί σου.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]