πλάκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πλάκα | οι | πλάκες |
| γενική | της | πλάκας | των | πλακών |
| αιτιατική | την | πλάκα | τις | πλάκες |
| κλητική | πλάκα | πλάκες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpla.ka/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πλά‐κα
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- πλάκα < Σημασία 1 «μεγάλη επίπεδη επιφάνεια» < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πλάκα, από την αιτιατική «τὴν πλάκα < ελληνιστική κοινή πλάξ (επίπεδο έδαφος)[1][2][3].
- Σημασία 4 «τμήμα της λιθόσφαιρας» < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική plate[2].
- Σημασία 5 «χαρακτηρισμός επίπεδου» < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλάξ και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική plaque[1][2].
- Σημασία 6 στην ιατρική < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική plaque, αγγλική patch, plate, plaque[2].
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πλάκα θηλυκό
- μεγάλη επίπεδη επιφάνεια με ομοιόμορφο πάχος από πέτρα, μέταλλο, ξύλο και παρόμοια σκληρά υλικά
- κομμάτι σταθερών διαστάσεων ενός προϊόντος
πλάκα σαπουνιού, πλάκα βούτυρου, πλάκα σοκολάτας- → χρειάζεται παράθεμα
- ≈ συνώνυμα: ράβδος
- οροφή, ή δάπεδο ορόφου, από σκυρόδεμα
- (γεωλογία) μεγάλης έκτασης συμπαγές τμήμα της λιθόσφαιρας του γήινου φλοιού
ευρασιατική πλάκα, αφρικανική πλάκα
τεκτονική των πλακών- → χρειάζεται παράθεμα
- < υπώνυμα: λιθοσφαιρική πλάκα, τεκτονική πλάκα
- (μεταφορικά) οτιδήποτε έχει σχήμα πλάκας· πλακοειδής, πλακώδης
Είναι πολύ γυμνασμένος· πλάκα η κοιλιά του.- → χρειάζεται παράθεμα
- (ιατρική) μικρή περιοχή που διαφέρει από το υπόλοιπο μιας επιφάνειας
ερυθηματώδης πλάκα, ινώδης πλάκα- → χρειάζεται παράθεμα
- η ταφόπλακα
- (παρωχημένο) δίσκος μουσικής (γραμμοφώνου)
- ※ Τέτοιες μέρες το γραμμόφωνο ή δεν έπαιζε καθόλου ή έπαιζε συνεχώς την ίδια πλάκα.
- Κώστας Ταχτσής (1972). συλλογή διηγημάτων Τα ρέστα
- ※ Τέτοιες μέρες το γραμμόφωνο ή δεν έπαιζε καθόλου ή έπαιζε συνεχώς την ίδια πλάκα.
- όροφος πολυκατοικίας
- ακτινογραφία
- ※ Μου έβγαλαν πλάκες στα γόνατα, στη λεκάνη, στο στήθος, στο κρανίο.
- ⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970
- → δείτε την έκφραση βγάζω πλάκα
- ※ Μου έβγαλαν πλάκες στα γόνατα, στη λεκάνη, στο στήθος, στο κρανίο.
- (αργκό, στην γλώσσα των ναρκωτικών) ποσότητα συσκευασμένου χασισιού
- ※ Αν θέλεις να κάνεις κάνα τσιγαράκι, πήγαινε στον τάδε, γιατί έχει ολόκληρη πλάκα.
- → χρειάζεται παράθεμα
- (παρωχημένο, εκπαίδευση) ατομικός πίνακας που χρησιμοιόταν από τους μαθητές αντί τετραδίου
- (χυδαίο) γυναίκα χωρίς καμπύλες, ιδίως χωρίς καθόλου στήθος
- ※ Έχει όμορφο προσωπάκι, αλλά κατά τ’ άλλα είναι πλάκα.
- → χρειάζεται παράθεμα
- (λαϊκό, για τροχό) ξεφούσκωτος
- ※ Σταμάτησα ν’ αλλάξω τη δεξιά μπροστινή ρόδα του αυτοκινήτου μου, γιατί ήταν πλάκα.
- → χρειάζεται παράθεμα
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- βγάζω πλάκα : βγάζω ακτινογραφία μέλους του σώματός μου για ιατρική διάγνωση
- τον σκέπασε η μαύρη πλάκα : πέθανε
- έχει πλάκα τα γαλόνια : α) είναι πολύ ικανός στην τέχνη ή στο επάγγελμα που συζητάμε β) είναι ανώτατος αξιωματικός
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] (1) μεγάλο επίπεδο κομμάτι με ομοιόμορφο πάχος
|
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] (3) οροφή, ή δάπεδο ορόφου, από σκυρόδεμα
|
|
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- πλάκα < (ακουστικό δάνειο) γαλλική blague (αστεία ή απατηλή ιστορία)[2], με παρασύνδεση προς το πλάκα «δίσκος μουσικής»[1]. Παραβάλετε τσεχική fór (πλάκα, αστείο).
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πλάκα θηλυκό
- αστείο, πείραγμα, φάρσα
Πλάκα ήταν, μην τα παίρνεις όλα τοις μετρητοίς.
Πέρα από την πλάκα..., χωρίς πλάκα... (σοβαρά μιλώντας)- → χρειάζεται παράθεμα
- ≈ συνώνυμα: καζούρα, καλαμπούρι, χαβαλές, φάση
- (κατ’ επέκταση) αστεία κατάσταση
Παράγωγα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 3 πλάκα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- 1 2 3 4 5 πλάκα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ πλάκα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γεωλογία (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αργκό (νέα ελληνικά)
- Εκπαίδευση (νέα ελληνικά)
- Χυδαιολογίες (νέα ελληνικά)
- Λαϊκοί όροι (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)