πλάνο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλάνο πλάνα
γενική πλάνου πλάνων
αιτιατική πλάνο πλάνα
κλητική πλάνο πλάνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλάνο < αρχ ελληνικά : πλάνος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλάνο ουδέτερο

  1. αυτός που παραστρατεί, οδηγεί σε σφάλμα, απατεώνας, απατηλός, πλάνος, ὁ = πλάνη

πλαν-όδιος, -α, -ον, αυτός που βαδίζει σε μονοπάτια, περιπλανώμενος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]