Μετάβαση στο περιεχόμενο

πλάστιγξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πλάστιγξ αἱ πλάστιγγες
      γενική τῆς πλάστιγγος τῶν πλαστίγγων
      δοτική τῇ πλάστιγγ ταῖς πλάστιγξ(ν)
    αιτιατική τὴν πλάστιγγ τὰς πλάστιγγᾰς
     κλητική ! πλάστιγξ πλάστιγγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πλάστιγγε
γεν-δοτ τοῖν  πλαστίγγοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φάλαγξ' όπως «φάλαγξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλάστιγξ < αβέβαιη.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πλάστιγξ, -ιγγος θηλυκό

  1. δίσκος ζυγαριάς
  2. (στον δυικό) ζευγάρι ζυγαριάς
  3. κολάρο για άλογα
  4. μαστίγιο
  5. (ιατρική, στον πληθυντικό) χειρουργικός νάρθηκας
  6. (ζωολογία) η θυρίδα του οστράκου

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]