Μετάβαση στο περιεχόμενο

πλάτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πλάτος τα πλάτη
      γενική του πλάτους των πλατών
    αιτιατική το πλάτος τα πλάτη
     κλητική πλάτος πλάτη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλάτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλάτος < πλατύς
για τους επιστημονικούς όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amplitude [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πλάτος ουδέτερο

  1. (διάσταση)
    1. (για τρεις διαστάσεις) το φάρδος στερεού σώματος
      οι τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος είναι: το μήκος, το πλάτος και το ύψος
    2. (για διασδιάστατες επιφάνειες) η μικρότερη από τις δύο διαστάσεις
    3. (γεωγραφία) → δείτε τον όρο γεωγραφικό πλάτος
      ※  Ὁ κατώτερος Κλῆρος συνέχιζε τό βιοποριστικό του ἐπάγγελμα, χωρίς νά πολυεμβαθύνει στά θεολογικά. Κι ὁ λαουτζίκος, ἀνάλογα μῆκος, πλάτος, νοοτροπία, ψυχοσύνθεση καί καλλιέργεια, εἴτε παραδεχόταν ἄκριτα τό δεδομένο Θεό, εἴτε τόν ἀμφισβητοῦσε κρυφά μέσ ̓ τήν κλονισμένη του ψυχή, εἴτε ἀπαιτοῦσε τήν ἀναπροσαρμογή Του σέ πνευματικότερα δεδομένα (Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος, Τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1982, σελ. 268)
    4. (φυσική) η μέγιστη τιμή ταλάντωσης από τη θέση ισορροπίας [2]
  2. (μεταφορικά)
    1. η έκταση των θεμάτων στο περιεχόμενο μιας έννοιας, σε αντίθεση με το βάθος
    2. η ευρύτητα γνώσεων, απόψεων

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ πλάτος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ↑ Αντωνίου, Νικόλαος, et al. (χ.χ.) Φυσική Γ΄Γυμνασίου, 4. Ταλαντώσεις