πλάτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλάτος πλάτη
γενική πλάτους πλατών
αιτιατική πλάτος πλάτη
κλητική πλάτος πλάτη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλάτος < αρχαία ελληνική πλάτος < πλατύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλάτος ουδέτερο

  1. η δεύτερη μεγαλύτερη διάσταση των στερεών σωμάτων
    οι τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος είναι: το μήκος, το πλάτος και το ύψος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φάρδος
  2. (Ορολογία) το (μαθηματικό) σύνολο όλων των αντικειμένων που αντιπροσωπεύει μια έννοια (ο ορισμός έχει διεθνώς τυποποιηθεί με το πρότυπο ISO 1087-1:2000)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έκταση
    Παραδείγματα
    πλάτος της (ατομικής) έννοιας «Πανεπιστήμιο Αθηνών» είναι το μονοσύνολο (σύνολο με ένα μόνο στοιχείο):
    Π = {Πανεπιστήμιο Αθηνών (ως ένα και μόνο αντικείμενο)}
    πλάτος της (ατομικής) έννοιας «τετράγωνο του 2» είναι το μονοσύνολο:
    Π = {4}
    πλάτος της (γενικής) έννοιας «φυσικός αριθμός» είναι το απειροσύνολο:
    Π = {1, 2, 3, ...}
    πλάτος της (γενικής) έννοιας «ομηρικό έπος» είναι το δισύνολο:
    Π = {Ιλιάδα, Οδύσσεια}

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. γεωγραφικό πλάτος: η γωνιακή απόσταση ενός σημείου της Γης ή της ουράνιας σφαίρας από τον Ισημερινό. Μετριέται σε μοίρες.
    το γεωγραφικό πλάτος της Αθήνας είναι 38°
  2. σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης: σε ολόκληρο τον κόσμο, παντού
    το νέο ακούστηκε σ' όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: πλατύς

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]