πλέγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλέγμα πλέγματα
γενική πλέγματος πλεγμάτων
αιτιατική πλέγμα πλέγματα
κλητική πλέγμα πλέγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλέγμα < αρχαία ελληνική πλέγμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλέγμα ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλέγμα < πλέκω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλέγμα ουδέτερο

  1. πλέγμα, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλέκω