πλέγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλέγμα πλέγματα
γενική πλέγματος πλεγμάτων
αιτιατική πλέγμα πλέγματα
κλητική πλέγμα πλέγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλέγμα < αρχαία ελληνική πλέγμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλέγμα ουδέτερο

  1. οποιοδήποτε δίκτυο (πάσης φύσης) οποιουδήποτε αριθμού διαστάσεων κυριολεκτικά ή μεταφορικά
  2. (φυσική) το (αιθερικό) πεδίο των θεμελιωδών δυνάμεων (θεμελιώδης αλληλεπίδραση ή Θεμελιώδεις Δυνάμεις: η βαρυτική, η ηλεκτρομαγνητική, η ισχυρή και η ασθενής αλληλεπίδραση) που πρώτος περιέγραψε αναλυτικά ο νομπελίστας Frank Wilczek


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλέγμα < πλέκω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλέγμα ουδέτερο

  1. πλέγμα, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλέκω