Μετάβαση στο περιεχόμενο

πλέγμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πλέγμα τα πλέγματα
      γενική του πλέγματος των πλεγμάτων
    αιτιατική το πλέγμα τα πλέγματα
     κλητική πλέγμα πλέγματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλέγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλέγμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πλέγμα ουδέτερο

  1. οποιοδήποτε δίκτυο (πάσης φύσης) οποιουδήποτε αριθμού διαστάσεων (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
      Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 )
  2. (μεταφορικά) σύνολο σχέσεων που διαπλέκονται και αλληλοεξαρτώνται
  3. (ανατομία) δίκτυο αγγείων ή νεύρων

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ πλέγμᾰ τὰ πλέγμᾰτ
      γενική τοῦ πλέγμᾰτος τῶν πλεγμᾰ́των
      δοτική τῷ πλέγμᾰτ τοῖς πλέγμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ πλέγμᾰ τὰ πλέγμᾰτ
     κλητική ! πλέγμᾰ πλέγμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πλέγμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  πλεγμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλέγμα < πλέκω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πλέγμα, -ατος ουδέτερο

  1. στριφτός έλικας ή πλόκαμος της αμπέλου
      6ος/5ος πκε, Σιμωνίδης ο Κείος, στην Παλατινή Ανθολογία, βιβλίο 7ο, επίγραμμα 24 @anthologiagraeca.org, @scaife.perseus
    Ἡμερὶ πανθέλκτειρα, μεθυτρόφε, μῆτερ ὀπώρας,
    οὔλης ἣ σκολιὸν πλέγμα φύεις ἕλικος,
    Τηίου ἡβήσειας Ἀνακρείοντος ἐπ᾽ ἄκρῃ
    στήλῃ καὶ λεπτῷ χώματι τοῦδε τάφου,
    ΣτΕ: Στο επιτύμβιο επίγραμμα του Σιμωνίδη ο ποιητής περιγράφει τα κλαδιά του αμπελιού, που σχηματίζουν ένα στριμμένο πλέγμα πάνω στον τάφο του Ανακρέοντα.
  2. πλέγμα, η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πλέκω
      2ος κε αιώνας Ἀρριανός, Ἀνάβασις Ἀλεξάνδρου, 4, 21.5
    ἐπέβαλλον δὲ πλέγματα ἐκ λύγων εἰς γεφύρας μάλιστα ἰδέαν, καὶ ταῦτα ξυνδοῦντες χοῦν ἄνωθεν ἐπεφόρουν, ὡς ἐξ ὁμαλοῦ γίγνεσθαι τῇ στρατιᾷ τὴν πρόσοδον τὴν πρὸς τὴν πέτραν.
    Από πάνω τοποθετούσαν πλέγματα από λυγαριές, που έμοιαζαν πολύ στο σχήμα με γεφύρι και, αφού έδεναν σφιχτά τα πλέγματα, έριχναν χώμα από πάνω, ώστε να γίνεται από ομαλό έδαφος η πρόσβαση του στρατού στον βράχο.
    Μετάφραση (1986, 1998): Θεόδωρος Χ. Σαρικάκης, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. @greeklanguage.gr
  3. (στον πληθυντικό) στεφάνια, πλεξούδες
      2ος κε αιώνας Καινή Διαθήκη, Παύλου τοῦ Ἀποστόλου ἡ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ πρώτη, 2.9
    ὡσαύτως καὶ γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ, μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν, ἢ χρυσῷ, ἢ μαργαρίταις, ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ,
  4. (μεταφορικά) συμπλοκή λέξεων