πλέκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλέκω < αρχαία ελληνική πλέκω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈplɛ.kɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

πλέκω

  1. φτιάχνω ένα μάλλινο ρούχο χρησιμοποιώντας βελόνες
    Η γιαγιά μου έπλεκε κάθε μέρα ένα μάλλινο πουλόβερ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]