πλέον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλέον < αρχαία ελληνική πλέον < πλείων, συγκριτικός βαθμός του πολύς

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

πλέον

  1. πια
  2. στο εξής
  3. σε αντίθεση με πριν, με παλιότερα
  4. (λόγιο) (παρωχημένο) περισσότερο, πιο
    Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἢ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]