Μετάβαση στο περιεχόμενο

πλέον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλέον < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλέον, μορφή του πλεῖον, ουδέτερο του πλείων / πλέων, συγκριτικός βαθμός του πολύς [1][2][3]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈple.on/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλέον

Επίρρημα

[επεξεργασία]

πλέον

  1. πια
    παράδειγμα  Ήταν πλέον αργά για να διορθωθεί η κατάσταση.
      Πρέπει να ξέρετε, ότι δεν κάνω πλέον μουσική για τον κινηματογράφο ή δε μ'ενδιαφέρει πλέον να κάνω. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων, που θ' αποφασίσω σαν μια χειρονομία φιλική προς κάποιον που εκτιμώ. (Μάνος Χατζιδάκης, ψηφίδες μνήμης, εκδ. Ίκαρος, 2004, σελ. 134)
  2. στο εξής
  3. σε αντίθεση με πριν, με παλιότερα
  4. (λόγιο) περισσότερο, πιο
    παράδειγμα  Εργάστηκε στην εταιρεία δέκα και πλέον χρόνια.
  5. (λόγιο + γενική) επιπλέον, εκτός από
    παράδειγμα  Εργάσθηκε στην εταιρεία πλέον των δέκα ετών.
    παράδειγμα  Θα καταβληθεί πλέον του φόρου και ειδικό τέλος.
  6. (λόγιο + άρθρο) για το σχηματισμό συγκριτικού και σχετικού υπερθετικού βαθμού: πιο, πάρα πολύ
    παράδειγμα  είναι ο πλέον αρμόδιος
      Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἢ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω.
    Δεν υπήρχε δρόμος πιο πολυσύχναστος σ' όλο το χωριό. []
    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
πλεον-, πλειο-, πλειονο-, πλειστο- 

θέμα πλεον-

θέμα πλειονο-

θέμα πλειο-, ελληνιστικός συντομευμένος τύπος του πλειονο-

θέμα πλειστ-

για τα αντίστοιχα αρχαία θέματα  δείτε τη λέξη πλείων

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πλέον (& θεματικά πεδία) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. πλέον - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. πλέον - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλέον < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλέον και δείτε περισσότερα στο νεοελληνικό πλέον

Επίρρημα

[επεξεργασία]

πλέον

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

σελ.429, σελ.377, Τόμος 16 - Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α- (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23- Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία.  Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλέον: ουδέτερο του πλέων, ουσιαστικοποιημένο και ως επίρρημα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

πλέον

  1. περισσότερο, επιπλέον
  2. (+ αριθμητικό)
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, Β, 1.6
    τοξότας π. ἢ εἴκοσι μυριάδας
      4ος αιώνας Ισαίος, 10. Πρὸς Ξεναίνετον περὶ τοῦ Ἀριστάρχου κλήρου, 23 @perseus.tufts.edu
    οἶκος πλέον ἢ τεττάρων ταλάντων

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

πλέον

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλέων
    έκφραση: ἐπὶ πλέον
    άλλες μορφές: πλεῖον του πλείων
  2. ιωνικός τύπος ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλέος, ιωνικός τύπος του πλέων ουδέτερο του πλέως

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]

πλέον