πλήμνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πλήμνη < αρχαία ελληνική πλήμνη < πλήθω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πλήμνη θηλυκό
- ο ομφαλός, το κέντρο
- (δίκτυο υπολογιστών) hub: δικτυακή συσκευή που συνδέει κόμβους (ηλεκτρονικούς υπολογιστές, άλλες πλήμνες, κλπ.) για να υλοποιήσει ένα τοπικό δίκτυο (LAN)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Υπερώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
πλήμνη στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πλήμνη τροχού
|
Πηγές
[επεξεργασία]- Νίκος Κοντονάτσιος, Μάθημα 3. Ο τρόπος λειτουργίας των hubs και των switches. Οι μεγάλες διαφορές τους.. Προσπέλαση 2020-04-15
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πλήμνη < πλήθω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πλήμνη θηλυκό
- ομφαλός τροχού
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πλήμνη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Δίκτυο υπολογιστών (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)