Μετάβαση στο περιεχόμενο

πλήρωμα του χρόνου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλήρωμα του χρόνου < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πλήρωμα τοῦ χρόνου  δείτε πλήρωμα και χρόνος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpli.ɾo.ma tu‿ˈxɾo.nu/

Έκφραση

[επεξεργασία]

πλήρωμα του χρόνου

  1. η κατάλληλη στιγμή
    παράδειγμα Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για να δώσεις αυτά πού χρωστάς.
    παράδειγμα Για τον τάδε, ήγκικεν το πλήρωμα του χρόνου, είναι η ευκαιρία να αποδείξει τι αξίζει.
  2. (εκκλησιαστικός όρος) η συντέλεια του κόσμου

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • πλήρωμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)