πλαγιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλαγιά πλαγιές
γενική πλαγιάς πλαγιών
αιτιατική πλαγιά πλαγιές
κλητική πλαγιά πλαγιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλαγιά < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλαγιά θηλυκό

  1. οποιαδήποτε πλευρά φυσικού υψώματος (λόφου, βουνού κλπ)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]