πλαδαρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πλαδαρός πλαδαρή πλαδαρό
γενική πλαδαρού πλαδαρής πλαδαρού
αιτιατική πλαδαρό πλαδαρή πλαδαρό
κλητική πλαδαρέ πλαδαρή πλαδαρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλαδαροί πλαδαρές πλαδαρά
γενική πλαδαρών πλαδαρών πλαδαρών
αιτιατική πλαδαρούς πλαδαρές πλαδαρά
κλητική πλαδαροί πλαδαρές πλαδαρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλαδαρός < αρχαία ελληνική πλαδαρός (νερουλός) < πλάδος (υγρασία)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pla.ða.ˈɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /pla.ða.ˈɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /pla.ða.ˈɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πλαδαρός

  1. ο χαλαρός, ο αγύμναστος
    πλαδαρή κοιλιά
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει δυνατή συνοχή
    πλαδαρός λόγος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]