πλακοστρωτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πλακοστρωτής οι πλακοστρωτές
      γενική του πλακοστρωτή των πλακοστρωτών
    αιτιατική τον πλακοστρωτή τους πλακοστρωτές
     κλητική πλακοστρωτή πλακοστρωτές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλακοστρωτής < πλάκα + -ο- + στρώνω + -τής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλακοστρωτής αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]