πλακούντας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πλακούντας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλακοῦς[1], από την αιτιατική «τὸν πλακοῦντα» + -ς. Η σημασία στην ιατρική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική placenta[2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /plaˈkun.das/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πλα‐κού‐ντας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πλακούντας αρσενικό
- (ανατομία, ιατρική) όργανο θηλυκών ανωτέρων θηλαστικών που περιβάλλει το έμβρυο και το συνδέει με την μήτρα κατά την εγκυμοσύνη
- (βιολογία) τμήμα ωοθήκης φυτού
- ομφάλιος λώρος, τροφοβλάστη
- (μαγειρική, αρχαιολογία) ονομασία διαφόρων γλυκισμάτων από ζύμη, συνήθως με μέλι, ξηρούς καρπούς και μυρωδικά
- είδος γλυκιάς πίτας από ζύμη, ζάχαρη και διάφορα καρυκεύματα· η σογιόπιττα
- κατάλοιπο της εξαγωγής λαδιού από σπόρους φυτών, το οποίο είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες και χρησιμεύει σε ζωοτροφές
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- πρόδρομος πλακούντας, προδρομικός πλακούντας (ιατρική) πλακούντας που καλύπτει εντελώς ή εν μέρει τον τράχηλο της μήτρας (< νεολατινική placenta previa)
- αποκόλληση πλακούντα (ιατρική) αφαίρεση μέρους του πλακούντα από το τοίχωμα της μήτρας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πλακούντας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ πλακούντας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αγώνας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ς (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Μαγειρική (νέα ελληνικά)
- Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
