Μετάβαση στο περιεχόμενο

πλακούντας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πλακούντας οι πλακούντες
      γενική του πλακούντα
& πλακούντος
των πλακούντων
    αιτιατική τον πλακούντα τους πλακούντες
     κλητική πλακούντα πλακούντες
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλακούντας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλακοῦς[1], από την αιτιατική «τὸν πλακοῦντα» + . Η σημασία στην ιατρική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική placenta[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /plaˈkun.das/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλακούντας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πλακούντας αρσενικό

  1. (ανατομία, ιατρική) όργανο θηλυκών ανωτέρων θηλαστικών που περιβάλλει το έμβρυο και το συνδέει με την μήτρα κατά την εγκυμοσύνη
  2. (βιολογία) τμήμα ωοθήκης φυτού
  3. ομφάλιος λώρος, τροφοβλάστη
  1. (μαγειρική, αρχαιολογία) ονομασία διαφόρων γλυκισμάτων από ζύμη, συνήθως με μέλι, ξηρούς καρπούς και μυρωδικά
    1. είδος γλυκιάς πίτας από ζύμη, ζάχαρη και διάφορα καρυκεύματα· η σογιόπιττα
  2. κατάλοιπο της εξαγωγής λαδιού από σπόρους φυτών, το οποίο είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες και χρησιμεύει σε ζωοτροφές

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πλακούντας - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. πλακούντας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας