πλαστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλαστός < αρχαία ελληνική πλαστός < πλάθω

Επίθετο[επεξεργασία]

πλαστός -ή -ό

  1. ο επινοημένος, που είναι προϊόν της φαντασίας
    οι παραλογές έχουν πλαστή υπόθεση
  2. ο κίβδηλος, ο ψεύτικος, όχι γνήσιος
    πλαστή υπογραφή, πλαστό χαρτονόμισμα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]