πλατυκέρατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλατυκέρατος < πλατυ- / πλατύς + -κέρατος / κέρατο

Επίθετο[επεξεργασία]

πλατυκέρατος

  • που έχει πλατύ ή πλατιά κέρατα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]