πλατύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πλατύς η πλατιά το πλατύ
      γενική του πλατιού
πλατύ
της πλατιάς του πλατιού
πλατύ
    αιτιατική τον πλατύ την πλατιά το πλατύ
     κλητική πλατύ πλατιά πλατύ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πλατιοί
πλατείς
οι πλατιές τα πλατιά
      γενική των πλατιών των πλατιών των πλατιών
    αιτιατική τους πλατιούς
πλατείς
τις πλατιές τα πλατιά
     κλητική πλατιοί
πλατείς
πλατιές πλατιά
Οι τύποι με γιώτα (-ιού, -ιοί, -ιά, -ιών, ...) προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «αψύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλατύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλατύς < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pl̥th₂us < *pleth₂os

Επίθετο[επεξεργασία]

πλατύς, -ιά, -ύ

  1. που έχει ικανό πλάτος
  2. που έχει μεγάλη έκταση
  3. (μεταφορικά) που δεν περιορίζεται που είναι ανοιχτός
  4. (μεταφορικά) που είναι τεκμηριωμένος και εμπεριστατωμένος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

όπως

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]