πλατύφυλλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πλατύφυλλος < αρχαία ελληνική πλατύφυλλος < πλατύς + φύλλον (μορφολογικά αναλύεται πλατύ- + -φυλλος)
Επίθετο
[επεξεργασία]πλατύφυλλος, -η, -ο
- που έχει πλατιά φύλλα
- ※ -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω,
να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.- Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), Το τραγούδι του τρυγητού)
- ※ -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πλατύφυλλος
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]πλατύφυλλος
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα πλατύ- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -φυλλος (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)