πλειοψηφών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πλειοψηφών
πλειοψηφούντας
η πλειοψηφούσα το πλειοψηφούν
      γενική του πλειοψηφούντος
πλειοψηφούντα
της πλειοψηφούσας
πλειοψηφούσης*
του πλειοψηφούντος
    αιτιατική τον πλειοψηφούντα την πλειοψηφούσα το πλειοψηφούν
     κλητική πλειοψηφών
πλειοψηφούντα
πλειοψηφούσα πλειοψηφούν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πλειοψηφούντες οι πλειοψηφούσες τα πλειοψηφούντα
      γενική των πλειοψηφούντων των πλειοψηφουσών των πλειοψηφούντων
    αιτιατική τους πλειοψηφούντες τις πλειοψηφούσες τα πλειοψηφούντα
     κλητική πλειοψηφούντες πλειοψηφούσες πλειοψηφούντα
Οι αρχαίες καταλήξεις: -ῶν -οῦσα, -οῦν από συναίρεση -έων, -έουσα, -έον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «μειοψηφών» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλειοψηφών < μετοχή ενεστώτα του ρήματος πλειοψηφώ

Μετοχή[επεξεργασία]

πλειοψηφών, -ούσα, -ούν

  1. (λόγιο) που κατέχει την πλειοψηφία, που παίρνει τις περισσότερες ψήφους
    η πλειοψηφούσα παράταξη / πρόταση
    πλειοψηφών συνδυασμός
    τα πλειοψηφούντα σωματεία στην ομοσπονδία
    το πλειοψηφούν κόμμα γίνεται συνήθως το κυβερνών κόμμα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]