πλεμόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλεμόνι πλεμόνια
γενική πλεμονιού πλεμονιών
αιτιατική πλεμόνι πλεμόνια
κλητική πλεμόνι πλεμόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλεμόνι < αρχαία ελληνική πλεύμων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλεμόνι ουδέτερο

  1. άλλη μορφή του: πνεύμονας
  2. (ειδικότερα) τα πνευμόνια σφαγίου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]