πλεονάζων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλεονάζων < αρχαία ελληνική πλεονάζω

Επίθετο[επεξεργασία]

πλεονάζων
  1. αυτός που δεν είναι πια απαραίτητος, που περισσεύει
    Τα πλεονάζοντα τρόφιμα δίνονται σε φιλανθρωπικούς θεσμούς.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]