πλεονασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πλεονασμός οι πλεονασμοί
      γενική του πλεονασμού των πλεονασμών
    αιτιατική τον πλεονασμό τους πλεονασμούς
     κλητική πλεονασμέ πλεονασμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλεονασμός < αρχαία ελληνική

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /plɛ.ɔ.na.ˈzmɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλεονασμός αρσενικό

  1. το φαινόμενο της υπερεπάρκειας, αφθονία
  2. γραμματικά:
  • διπλός υπερθετικός βαθμός (θεωρείται δημώδες σφάλμα): παράδειγμα: πιο μεγαλύτερος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]