πλερωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πλερωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πλερώνω
Μετοχή
[επεξεργασία]πλερωμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη πλερώνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πλερωμένος
|
|