πληγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πληγή πληγές
γενική πληγής πληγών
αιτιατική πληγή πληγές
κλητική πληγή πληγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληγή < αρχαία ελληνική πληγή < πλήττω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pli.ˈʝi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πληγή θηλυκό

  1. μια μικρότερη ή μεγαλύτερη τρύπα ή άνοιγμα στο δέρμα ή / και στους από κάτω ιστούς του σώματος, που έχει προκληθεί από τραυματισμό, αρρώστια κ.λπ.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τραύμα, έλκος
  2. (μεταφορικά) συμφορά, δυστυχία, κακό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]