πληθωρισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πληθωρισμός πληθωρισμοί
γενική πληθωρισμού πληθωρισμών
αιτιατική πληθωρισμό πληθωρισμούς
κλητική πληθωρισμέ πληθωρισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληθωρισμός < πληθωρικός + -ισμός ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) inflation)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πληθωρισμός αρσενικό

  1. η εμφάνιση ενός ασυνήθιστα μεγάλου αριθμού κάποιων πραγμάτων, πέρα απ’ αυτό που θεωρείται «κανονικό»
  2. (οικονομία) η μείωση της αγοραστικής αξίας του χρήματος· η αύξηση των τιμών σε μια σειρά καταναλωτικών αγαθών, υπηρεσιών
  3. (φυσική) η εξαιρετικά ταχεία διόγκωση του χωροχρόνου αμέσως μετά την Μεγάλη Έκρηξη
    Οι κοσμολόγοι όμως έχουν προβλέψει ότι ο πληθωρισμός, δηλαδή η απότομη διόγκωση του χωροχρόνου που ξεκίνησε 10-34 δευτερόλεπτα μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, ουσιαστικά τέντωσε τα βαρυτικά κύματα και αύξησε το μήκος κύματος σε μετρήσιμα μεγέθη. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]