πληκτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική πληκτικός πληκτική πληκτικό
γενική πληκτικού πληκτικής πληκτικού
αιτιατική πληκτικό πληκτική πληκτικό
κλητική πληκτικέ πληκτική πληκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πληκτικοί πληκτικές πληκτικά
γενική πληκτικών πληκτικών πληκτικών
αιτιατική πληκτικούς πληκτικές πληκτικά
κλητική πληκτικοί πληκτικές πληκτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληκτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πληκτικός, -ή, -ό

  1. που προκαλεί πλήξη, βαρετός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]