πληροφοριοδότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πληροφοριοδότης οι πληροφοριοδότες
      γενική του πληροφοριοδότη των πληροφοριοδοτών
    αιτιατική τον πληροφοριοδότη τους πληροφοριοδότες
     κλητική πληροφοριοδότη πληροφοριοδότες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληροφοριοδότης < πληροφορία + -ο- + δότης ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική informateur)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πληροφοριοδότης αρσενικό (θηλυκό: πληροφοριοδότρια)

  1. κάποιος που δίνει πληροφορίες
  2. (ειδικότερα) μυστικός συνεργάτης ο οποίος δίνει πληροφορίες για κάτι στο οποίο δεν έχουμε άμεση πρόσβαση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]