πληροφοριοδότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πληροφοριοδότης πληροφοριοδότες
γενική πληροφοριοδότη πληροφοριοδοτών
αιτιατική πληροφοριοδότη πληροφοριοδότες
κλητική πληροφοριοδότη πληροφοριοδότες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληροφοριοδότης < πληροφορία + -ο- + δότης (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική informateur)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πληροφοριοδότης αρσενικό (θηλυκό: πληροφοριοδότρια)

  1. κάποιος που δίνει πληροφορίες
  2. (ειδικότερα) μυστικός συνεργάτης ο οποίος δίνει πληροφορίες για κάτι στο οποίο δεν έχουμε άμεση πρόσβαση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]