πληρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληρώνω < αρχαία ελληνική πληρόω

Ρήμα[επεξεργασία]

πληρώνω

  1. καταβάλλω χρήματα ως αμοιβή σε έναν εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων
  2. (μεταφορικά) δίνω το αντάλλαγμα για κάτι που απέκτησα
    πλήρωσε την επιτυχία του στις εξετάσεις πολύ ακριβά: έπαθε υπερκόπωση και έκανε μήνες να συνέλθει
  3. υφίσταμαι τις συνέπειες των (κακών) πράξεών μου
    θα μου το πληρώσεις ακριβά αυτό που μου έκανες (θα σε εκδικηθώ)
  4. ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό
  5. γεμίζω
  6. ολοκληρώνω χρονικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]