Μετάβαση στο περιεχόμενο

πληρώνω τα σπασμένα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πληρώνω τα σπασμένα <  δείτε τις λέξεις πληρώνω και σπασμένος

Έκφραση

[επεξεργασία]

πληρώνω τα σπασμένα

  • υφίσταμαι τις συνέπειες ενός πράγματος χωρίς να είμαι εγώ ο κύριος ή ο αποκλειστικός υπεύθυνος ή και χωρίς να έχω καμία συμμετοχή στην υπόθεση

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]