πλησιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλησιάζω < αρχαία ελληνική πλησιάζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pli.si.ˈa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πλησιάζω

  1. φέρνω κάτι κάτι κοντά σε κάτι άλλο
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: απομακρύνω
    πρέπει να πλησιάσεις περισσότερο το κρεββάτι στον τοίχο
  2. πηγαίνω κοντά σε κάποιον
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: προσεγγίζω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: απομακρύνομαι
    μη με πλησιάζεις!
  3. (για πρόσωπα) προσπαθώ να κερδίσω την εύνοια κάποιου
    με πλησίασαν για να με δωροδοκήσουν
  4. (για πρόσωπα) προσεγγίζω με ερωτικό τρόπο ή με ερωτικούς σκοπούς
    έχομε πλησιάσει πολύ μεταξύ μας
  5. προσεγγίζω κάτι χρονικά, κοντεύω να κάνω κάτι
    το δίωρό μας πλησιάζει στο τέλος του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]