πλιατσικολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλιατσικολόγος πλιατσικολόγοι
γενική πλιατσικολόγου πλιατσικολόγων
αιτιατική πλιατσικολόγο πλιατσικολόγους
κλητική πλιατσικολόγε πλιατσικολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλιατσικολόγος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλιατσικολόγος αρσενικό

  • αυτός που κάνει πλιάτσικο, που εκμεταλλεύεται έκρυθμες καταστάσεις για να λεηλατήσει ξένες περιουσίες


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]